- ἀρτίφατος
- ἀρτί-φατος, jüngst getötet
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
αρτίφατος — ἀρτίφατος, ον (Α) ο αρτίφονος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρτι * + φατος < *φατός (πρβλ. θείνω)] … Dictionary of Greek
ἀρτίφατος — just killed masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτιφάτοισι — ἀρτίφατος just killed masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀρτιφάτου — ἀρτίφατος just killed masc/fem/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αρτι- — (AM ἀρτι )· [ΕΤΥΜΟΛ. Α συνθετικό λέξεων της Ελληνικής, ιδίως της αρχαίας και της μεσαιωνικής, με σημαντική παραγωγική δύναμη. Πρόκειται για προθεματικό ή προρρηματικό στοιχείο, προερχόμενο από το επίρρημα άρτι*. Απαντά σε αξιόλογο αριθμό συνθέτων … Dictionary of Greek